Οι έντεκα αγριόκυκνοι

Οι έντεκα αγριόκυκνοι

Οι έντεκα αγριόκυκνοι και η μικρή αδελφή τους Ελίζα. Ένα παραμύθι από τον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Κάποτε ζούσε ένας βασιλιάς που είχε έντεκα γιους και μία κόρη. Είχε χάσει τη γυναικά του και αποφάσισε να ξανά παντρευτεί. Η δεύτερη γυναίκα του ήταν μία κακιά μάγισσα που ήθελε μόνο να σκοτώσει το βασιλιά και να εξοντώσει τα παιδιά του, για να πάρει το βασίλειο. Μεταμόρφωσε τα έντεκα αγόρια, σε όμορφους κύκνους που πέταξαν μακριά και το κορίτσι που λεγόταν Ελίζα, το έδιωξε.

Η Ελίζα γυρνούσε για μέρες μόνη της δίχως να έχει κάπου να μείνει. Συνεχώς σκεφτόταν τα αδέλφια της και πως θα μπορούσε να τους βοηθήσει. Μέχρι που συνάντησε μία ηλικιωμένη γυναίκα. Τι ρώτησε γιατί ήταν τόσο λυπημένη και η κοπέλα της εξήγησε πως μία κακιά μάγισσα είχε μεταμόρφωσε τα αδέρφια της, σε κύκνους. Τότε η γριά γυναίκα της είπε ότι αν ήθελε να τους βοηθήσει, θα έπρεπε να μαζέψει, με γυμνά χέρια, τσουκνίδες και να φτιάξει έντεκα γιλεκάκια που θα έπρεπε να φορέσουν τα αδέρφια της. Μα για να λυθούν τα μάγια, θα έπρεπε καθ’ όλη την διαδικασία να είναι σιωπηλή και να μη μιλάει σε κανένα.

Η Ελίζα ξεκίνησε αμέσως να μαζεύει τσουκνίδες και να πλέκει.

Ο βασιλιάς της περιοχής την είδε και την ερωτεύτηκε. Την πήρε στο παλάτι του κάνοντας στην κοπέλα πολλές ερωτήσεις μα δεν πήρε καμία απάντηση. Είχε κάτι το ιδιαίτερο αυτή η κοπέλα όμως του άρεσε πολύ. Ένα βράδυ η Ελίζα βγήκε στον κήπο του παλατιού για να μαζέψει τσουκνίδες. Τότε οι αυλικοί του βασιλιά την συνέλαβαν και την κατηγόρησαν για μάγισσα. Ο βασιλιάς της φώναζε να μιλήσει και να υπερασπιστεί τον εαυτό της όμως η κοπέλα δε μπορούσε καθώς τελείωνε το εντέκατο γιλεκάκι. Τη μετέφεραν στην κεντρική πλατεία όπου θα την έκαιγαν.

Είχε τελειώσει το πλέξιμο μα τα αδέλφια της πουθενά.

Η φωτιά ξεκίνησε και δάκρυα έτρεχαν στα μαγουλά της, όχι για την ίδια αλλά για τα έντεκα αδέλφια της που θα έμεναν για πάντα κύκνοι. Τότε από μακριά εμφανίστηκαν τα πουλιά που αγριεμένα προσπαθούσαν να σώσουν την αδερφή τους από τη φωτιά. Εκείνη άρχισε να πετάει τα γιλεκάκια και ένας ένας γίνονταν και πάλι άνθρωποι. Ο βασιλιάς διέταξε αμέσως να σβήσουν τη φωτιά και τα δώδεκα αδέλφια του εξήγησαν τι είχε συμβεί. Όλοι μαζί πήραν πίσω το παλάτι από την κακιά βασίλισσα. Τα αγόρια έζησαν στο παλάτι μα η πριγκίπισσα παντρεύτηκε επιτέλους το βασιλιά που τόσο αγαπούσε και δε μπορούσε να του το πει και έζησαν ευτυχισμένοι.

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν